Translation of "arrogate" into Greek
σφετερίζομαι, καταχρώμαι, To appropriate or lay claim to something for oneself without right ... σφετεριζομαι, καταχρωμαι, οικειοποιουμαι are the top translations of "arrogate" into Greek.
arrogate
verb
grammar
(transitive) To appropriate or lay claim to something for oneself without right. [..]
-
σφετερίζομαι
verb -
καταχρώμαι
Seize and take control without authority and possibly with force.
-
To appropriate or lay claim to something for oneself without right ... σφετεριζομαι, καταχρωμαι, οικειοποιουμαι
-
Less frequent translations
- Συμπεριφέρομαι σαν να μου ανήκει κάτι ... act entitled ... claiming a right I don’t have
- διεκδικώ
- οικειοποιούμαι
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "arrogate" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "arrogate" with translations into Greek
-
έπαρση · αλαζονία · αλαζονεία · αρχοντιλίκι · οίηση · υπεροψία
-
δήμευση
-
αγέρωχος · αλαζονικός · αλαζών · αυθάδης · υπεροπτικός · υπερόπτης
-
αγέρωχος · αλαζονικός · αλαζών · αυθάδης · υπεροπτικός · υπερόπτης
-
αγέρωχος · αλαζονικός · αλαζών · αυθάδης · υπεροπτικός · υπερόπτης
-
αγέρωχος · αλαζονικός · αλαζών · αυθάδης · υπεροπτικός · υπερόπτης
-
αγέρωχος · αλαζονικός · αλαζών · αυθάδης · υπεροπτικός · υπερόπτης
-
αγέρωχος · αλαζονικός · αλαζών · αυθάδης · υπεροπτικός · υπερόπτης
Add example
Add