Translation of "attend" into Greek
παρευρίσκομαι, παρακολουθώ, παρίσταμαι are the top translations of "attend" into Greek.
attend
verb
grammar
(archaic, transitive) To listen to (something or someone). [from 15th c.] [..]
-
παρευρίσκομαι
verbto be present at
I still have to attend your wedding though.
Έχω ακόμα για να παρευρεθούν στον γάμο σας όμως.
-
παρακολουθώ
verbTo listen or give attention to.
If all the victims'stalkers attended addiction meetings, that alone is suspect.
Αν οι διώκτες των θυμάτων παρακολουθούσαν συναντήσεις, είναι από μόνο του ύποπτο.
-
παρίσταμαι
verbto be present at [..]
Member State shall provide the official acronym of the meeting attended.
Το κράτος μέλος παρέχει το επίσημο ακρωνύμιο της συνεδρίασης στην οποία παρίσταται.
-
Less frequent translations
- φροντίζω
- παραβρίσκομαι
- μεριμνώ
- συχνάζω
- πηγαίνω
- προσέχω
- ακολουθώ
- φοιτώ
- επιλαμβάνομαι
- επισκέπτομαι
- υπηρετώ
- περιποιούμαι
- ακούω
- κουράρω
- παρακάθομαι σε
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "attend" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "attend" with translations into Greek
-
κονσόλα τηλεφωνήτριας · κονσόλα υποδοχής κλήσεων
-
ακολουθία · ακροατήριο · απουσίες · παράσταση · παρακολούθηση · παρουσία · παρουσίες
-
στέκομαι κλαρίνο μπροστά σε κπ · στέκομαι σούζα μπροστά σε κπ
-
συνοδευόμενος από
-
τουριστική κίνηση
-
ακόλουθος · υπηρέτης
-
ναυαγοσώστης
-
Διαχείριση ημερολογίου
Add example
Add