Translation of "avoider" into Greek
φυγο- is the translation of "avoider" into Greek.
avoider
noun
grammar
The person who carries anything away, or the vessel in which things are carried away. [..]
-
φυγο-
1. (σε επίθετα) δηλώνει ότι το προσδιοριζόμενο πρόσωπο αποφεύγει σκόπιμα να εκτελέσει ή να υποστεί αυτό που εκφράζει το β' συνθετικό: φυγόμαχος, φυγόπονος· συχνότερα με ουσιαστικοποίηση του αρσενικού γένους: φυγόδικος, φυγόποινος, ~πόλεμος· || (σε ρήματα): ~δικώ, ~μαχώ. || (σε ουσιαστικά): ~δικία, ~μαχία. [ΛΚΝ]
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "avoider" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "avoider" with translations into Greek
-
ακυρώνω · αποφεύγω · κάνω κράτει
-
Σύστημα αποφυγής αεροπορικών συγκρούσεων
-
εκ του ασφαλούς
-
ακύρωση · απομάκρυνση · αποφυγή
-
φευκτός
-
αποφεύγω την παγίδα · αποφεύγω τον σκόπελο
-
Αποφευκτική διαταραχή προσωπικότητας
-
αποφυγή παραγωγής αποβλήτων
Add example
Add