Translation of "awed" into Greek
κεραυνόπληκτος is the translation of "awed" into Greek.
awed
adjective
verb
grammar
Simple past tense and past participle of awe. [..]
-
κεραυνόπληκτος
adjective masculine
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "awed" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "awed" with translations into Greek
-
απαίσιος · κακός · τρομερός · φοβερά · φοβερός · φρικτóς · φρικτός
-
Σοκ και Δέος
-
άχου · α στο καλό · όχι ρε
-
χάλια
-
Αυτόματος σταθμός καιρού
-
Προηγμένες ασύρματες υπηρεσίες
-
δέος · εκφοβίζω · κατάπληξη · καταπλήσσω · προκαλώ δέος · σέβας · τρόμος · φοβίζω · φόβος
-
ένδοξος · αξιοθαύμαστος · επιβλητικός · θαυμαστός · μεγαλοπρεπής · που εμπνέει δέος · που μας γεμίζει δέος · που προκαλεί δέος · συγκλονιστικός · τρομερός · φοβερός
Add example
Add