Translation of "awkwardness" into Greek

αδεξιότητα, αμηχανία, ατεχνία are the top translations of "awkwardness" into Greek.

awkwardness noun grammar

The state or quality of being awkward; clumsiness; unskillfulness. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • αδεξιότητα

    noun

    Well, next time, try and push past the awkwardness.

    Καλά, την επόμενη φορά, δοκιμάσε να ξεπεράσεις την αδεξιότητα.

  • αμηχανία

    Noun
  • ατεχνία

    noun
  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "awkwardness" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "awkwardness" with translations into Greek

  • άβολος · άγαρμπος · άκομψος · άχαρος · αδέξιος · αμήχανος · ατζαμής · ατσούμπαλος · δύσκολος · δύσχρηστος · κακόζηλος · κουτή · κουτό · κουτός · περίεργη · που προκαλεί αμηχανία
  • άβολος · άγαρμπος · άκομψος · άχαρος · αδέξιος · αμήχανος · ατζαμής · ατσούμπαλος · δύσκολος · δύσχρηστος · κακόζηλος · κουτή · κουτό · κουτός · περίεργη · που προκαλεί αμηχανία
  • άβολος · άγαρμπος · άκομψος · άχαρος · αδέξιος · αμήχανος · ατζαμής · ατσούμπαλος · δύσκολος · δύσχρηστος · κακόζηλος · κουτή · κουτό · κουτός · περίεργη · που προκαλεί αμηχανία
  • άβολος · άγαρμπος · άκομψος · άχαρος · αδέξιος · αμήχανος · ατζαμής · ατσούμπαλος · δύσκολος · δύσχρηστος · κακόζηλος · κουτή · κουτό · κουτός · περίεργη · που προκαλεί αμηχανία
Add

Translations of "awkwardness" into Greek in sentences, translation memory