Translation of "barbarity" into Greek
βαναυσότητα, βαρβαρότητα, θηριωδία are the top translations of "barbarity" into Greek.
barbarity
noun
grammar
(uncountable) The state of being barbarous; brutality [..]
-
βαναυσότητα
feminine -
βαρβαρότητα
feminineWe are certain that the justice of peace will prevail against the barbarism of imperialist war.
Είμεθα βέβαιοι ότι το δίκαιο της ειρήνης θα επικρατήσει απέναντι στη βαρβαρότητα του ιμπεριαλιστικού πολέμου.
-
θηριωδία
noun feminine -
κτηνωδία
feminineThe war degenerated into barbarity.
Ο πόλεμος εξελίχθηκε σε κτηνωδία.
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "barbarity" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "barbarity" with translations into Greek
-
βάρβαρη φυλή · βάρβαρος λαός
-
εκβαρβάρωση · εκβαρβαρισμός · επιστροφή στη βαρβαρότητα · οπισθοδρόμηση στη βαρβαρότητα
-
κατρακύλα στη βαρβαρότητα
-
βαρβαρότητα
-
απολίτιστος · βάναυσος · βάρβαρος · βαρβαρικός
-
αποκτηνώνω · εκβαρβαρίζω · εξαχρειώνω
-
Βαρβαρισμός · βαναυσότητα · βαρβαρισμός · βαρβαρότητα · εκβαρβαρισμός · θηριωδία · κτηνωδία
-
άγριος · βάναυσος · βάρβαρος
Add example
Add