Translation of "bargainer" into Greek

παζαρευτής, πωλητής are the top translations of "bargainer" into Greek.

bargainer noun grammar

A person who makes a bargain [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • παζαρευτής

  • πωλητής

    noun masculine
  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "bargainer" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "bargainer" with translations into Greek

  • παζάρεμα · παζάρι
  • παζαρεύω με
  • δικαστικός διακανονισμός
  • διαπραγματεύομαι · ευκαιρία · κελεπούρι · κοψοχρονιά · παζάρεμα · παζάρι · παζαρεύω · συμφωνία
  • αντάλλαγμα · αντικείμενο διαπραγμάτευσης · διαπραγματευτικό ατού · διαπραγματευτικό χαρτί · διαπραγματευτικό όπλο · δόλωμα
  • συλλογικές διαπραγματεύσεις · συλλογικές συμβάσεις
  • είμαι δεινός διαπραγματευτής · είμαι σκληρός διαπραγματευτής · είναι αδίστακτος διαπραγματευτής · κάνω σκληρό παζάρι
  • Ζητήματα που ρυθμίζονται με ελεύθερη βούληση
Add

Translations of "bargainer" into Greek in sentences, translation memory