Translation of "beaming" into Greek

ακτινοβολούν, ακτινοβόλος, χαμογελαστός are the top translations of "beaming" into Greek.

beaming adjective noun verb grammar

Smilingly happy; showing happy emotion. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • ακτινοβολούν

    Look, he's actually beaming because you stuffed your...

    Κοιτάξτε, αυτός είναι στην πραγματικότητα ακτινοβολούν επειδή γεμιστό σας...

  • ακτινοβόλος

    adjective masculine

    I was most impressed by his beaming face, and said to myself that he must certainly be a true Christian.

    Μου έκαμε πολύ μεγάλη εντύπωσι η ακτινοβόλος όψις του, κι έκαμα τη σκέψι ότι θα έπρεπε, ασφαλώς, να είναι ένας αληθινός Χριστιανός.

  • χαμογελαστός

    adjective masculine
  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "beaming" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "beaming" with translations into Greek

  • ακτίνες λέιζερ
  • Εγγραφέας δέσμης, ακτίνας λέιζερ
  • διάμετρος δέσμης
  • ακτίνα · ακτινοβολώ · δένδρο · δέσμη · δοκάρι · δοκός · εκπέμπω · καδρόνι · κατευθυνόμενα ηλεκτρομαγνητικά κύματα · λαμποκοπώ · μεταβιβάζω · μεταδίδω · το δοκάρι
  • Εκτυπωτής δέσμης, ακτίνας λέιζερ
  • σχηματισμός δέσμης
  • Εγγραφέας δέσμης, ακτίνας λέιζερ
  • Δικτύωμα μορφοποίησης δέσμης
Add

Translations of "beaming" into Greek in sentences, translation memory