Translation of "beat" into Greek
χτυπώ, διακρότημα, νικώ are the top translations of "beat" into Greek.
A pulsation or throb. [..]
-
χτυπώ
verbTom beat Mary to death with a baseball bat.
Ο Τομ χτύπησε τη Μαίρη μέχρι θανάτου με ένα ρόπαλο του μπέιζμπολ.
-
διακρότημα
noun neuterinterference between two tones of almost equal frequency
-
νικώ
verbBut as paper beats rock, desire beats guilt.
Το xαρτί όμως νικά την πέτρα, η επιθυμία τις τύψεις.
-
Less frequent translations
- ρυθμός
- χτυπάω
- δέρνω
- παλμός
- σφυγμός
- χρόνος
- χτύπος
- κτύπος
- επιτίθεμαι
- πλήγμα
- κρουω
- βγάζω νοκ άουτ
- πάλλομαι
- κερδίζω
- περιπολία
- φέρνω κπ καπάκι
- καταρρίπτω
- πάλλω
- συντρίβω
- περνάω
- εκπλήσσω
- κτυπώ
- ξυλοδέρνω
- μέτρο
- βαρώ
- διακροτήματα
- δονούμαι
- επιβάλλομαι
- κοπανίζω
- σαστίζω
- τσακίζω
- φτεροκοπώ
- φτερουγίζω
- καταπλήσσω
- κρούω
- αγωνίζομαι
- ανατρέπω
- διαμορφώνω
- εκμηδενίζω
- περιοχή περιπολίας
- πτώμα (στην κούραση)
- ρίχνω στ' αφτιά (κάποιου)
- τρώω (κπ)
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "beat" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Translations with alternative spelling
One of the music genres that appears under Genre classification in Windows Media Player library. Based on ID3 standard tagging format for MP3 audio files. Winamp genre ID # 135.
-
μπιτ
noun{θεωρ.λογοτ.} Λογοτεχνικό κίνημα που εμφανίστηκε στις Η.Π.Α. τη δεκαετία του ’50, με κύρια χαρακτηριστικά την άρνηση των συμβάσεων της συντηρητικής κοινωνίας και τον αντικομφορμισμό (ΣΥΝ μπίτνικ) [ΜΗΛΝΕΓ]
-
Διακρότημα
Images with "beat"
Phrases similar to "beat" with translations into Greek
-
κερδίζω κπ με τους δικούς του όρους · κερδίζω κπ στο δικό του το παιχνίδι
-
αναγκάζομαι σε υποχώρηση
-
παραδέρνω στα κύματα
-
αχτύπητος
-
είμαι πτώμα (στην κούραση)
-
κόβω τον τσαμπουκά κάποιου · μειώνω κπ · φέρνω κπ στα μέτρα του
-
αυλός
-
αναγκάζω σε υποχώρηση · αποκρούω · απωθώ