Translation of "beefing" into Greek

γκρίνια is the translation of "beefing" into Greek.

beefing verb

Present participle of beef. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • γκρίνια

    noun

    Cut the beefing and get up

    Σταματήστε τη γκρίνια και σηκωθείτε

  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "beefing" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "beefing" with translations into Greek

  • άχτι · αγελάδα · βοδινό · βοδινό κρέας · βοδινός · βωδινό · βόδι · βόειο · γκρίνια · γκρινιάζω · κλοτσοπατινάδα · κρέας · κρέας βοδινός μοσχαρίσιος · κόντρα · κόντρα, βεντέτα · μοσχάρι · μοσχαράκι · μοσχαρίσιο κρέας · μοσχαρίσιος · παράπονο · παραπονιέμαι · παραπονιούμαι · ταύρος
  • κρεατοπαραγωγό βοοειδές
  • βόδι
  • αλεσμένο κρέας · βοδινός, μοσχαρίσιος κιμάς · κιμάς
  • δυναμώνω · ενισχύω · ισχυροποιώ
  • βόδι
  • ροστ-μπηφ
  • γκρινιάζω
Add

Translations of "beefing" into Greek in sentences, translation memory