Translation of "belongings" into Greek
περιουσία, υπάρχοντα, ιδιοκτησία are the top translations of "belongings" into Greek.
belongings
noun
Plural form of belonging; possessions or personal items. [..]
-
περιουσία
nounThe money there all belongs to his wife, Sandra, poor thing.
Όλη η περιουσία ανήκει στη γυναίκα του, τη Σάντρα, την καημένη.
-
υπάρχοντα
noun pluralThey took belonged to them and gave them his troops gift.
Tούς πήραν όλα τα υπάρχοντα και τα έδωσαν ως δώρα στους στρατιώτες σας.
-
ιδιοκτησία
noun feminineThe remainder belong to the Ministry of Culture's archaeology department.
Τα υπόλοιπα ευρήματα είναι ιδιοκτησία της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Πολιτισμού.
-
Less frequent translations
- αγαθά
- μέσα
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "belongings" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "belongings" with translations into Greek
-
ανήκω
-
αύλειος
-
πακεταρω
-
είμαι για το μουσείο
-
ανήκω · αρμόζω · εκτείνομαι · εξαρτώμαι · κατάγομαι · πάω · πηγαίνω · πρέπω · ταιριάζω
-
έχω θέση σε · ανήκω · εκτείνομαι · πηγαίνω με
-
αφροδίσιος
-
ανήκω · αρμόζω · εκτείνομαι · εξαρτώμαι · κατάγομαι · πάω · πηγαίνω · πρέπω · ταιριάζω
Add example
Add