Translation of "benefiting" into Greek

καρπούμενος is the translation of "benefiting" into Greek.

benefiting verb

Present participle of benefit. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • καρπούμενος

    When stability has been achieved, the benefits are clear, at least in my country.

    Από τη στιγμή που θα έχουμε επιτύχει τη σταθερότητα, οι καρποί είναι προφανείς, τουλάχιστον στη χώρα μου.

  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "benefiting" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "benefiting" with translations into Greek

  • φιλανθρωπική οργάνωση
  • επίδομα ανεργίας
  • ευεργέτημα τής αμφιβολίας · τεκμήριο αθωότητας
  • ανάλυση κόστους έναντι ωφελημάτων · ανάλυση κόστους-οφέλους · ανάλυση κόστους-ωφέλειας
  • ανάλυση κινδύνου-οφέλους
  • αβάντα · αντάλλαγμα · αποζημίωση · επίδομα · επωφελούμαι · ευεργέτημα · ευεργετούμαι · ευεργετώ · κέρδος · κερδίζω · παροχή · πλεονέκτημα · προνόμιο · φιλανθρωπική βραδιά · φιλανθρωπική εκδήλωση · ωφέλεια · ωφέλημα · ωφελούμαι · ωφελω · ωφελώ · όφελος
  • πρακτικό όφελος
  • οικογενειακή παροχή
Add

Translations of "benefiting" into Greek in sentences, translation memory