Translation of "biting" into Greek
δάγκωμα, δριμύς, δηκτικός are the top translations of "biting" into Greek.
biting
adjective
noun
verb
grammar
Present participle of bite. [..]
-
δάγκωμα
neuterYou will not be immune to the bite of the goddess.
Δεν θα είσαι απρόσβλητη στο δάγκωμα της θεάς.
-
δριμύς
adjective masculine -
δηκτικός
Married couples hurl biting, cruel, or demeaning remarks at each other and at their children.
Αντρόγυνα εξαπολύουν δηκτικά, σκληρά ή μειωτικά σχόλια ο ένας στον άλλον και στα παιδιά τους.
-
τσουχτερός
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "biting" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "biting" with translations into Greek
-
δάγκωμα · δήγμα · δαγκάνω · δαγκωματιά · δαγκωνιά · δαγκώνω · δυαδικό ψηφίο · κεντρίζω · μασώ · μπουκιά · πιάσιμο · τρώω · τσίμπημα · τσιμπάω · τσιμπώ
-
σκυλί που γαβγίζει δεν δαγκώνει · σκύλος που γαβγίζει δεν δαγκώνει
-
βρίσκομαι στον κλοιό
-
τσίμπημα αράχνης
-
σκυλί που γαβγίζει δεν δαγκώνει · σκύλος που γαβγίζει δεν δαγκώνει
-
κοίτα μη σε φάνε οι κοριοί · όνειρα γλυκά και απονήρευτα · όνειρα γλυκά και ασκανδάλιστα
-
δαγκώνω
-
σκυλί που γαβγίζει δεν δαγκώνει · σκύλος που γαβγίζει δεν δαγκώνει · όλο λόγια
Add example
Add