Translation of "blazing" into Greek

καιόμενος, οργισμένος (μτφ), φουντωμένος (μτφ) are the top translations of "blazing" into Greek.

blazing adjective noun verb grammar

Present participle of blaze. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • καιόμενος

  • οργισμένος (μτφ)

  • φουντωμένος (μτφ)

  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "blazing" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "blazing" with translations into Greek

  • έκρηξη · αίγλη · ανάφλεξη · κινούμαι με ταχύτητα · κόλαση · λαμποκοπώ · ολοκαύτωμα · πυρκαγιά · πυρκαϊά · πύρα · σελαγίζω · φλέγομαι · φλόγα · φωτιά
  • κινούμαι με ταχύτητα
  • αναφλέγομαι
  • ανοίγω νέους ορίζοντες · ανοίγω τον δρόμο · εισάγω καινοτομίες · καινοτομώ · πρωτοπορώ (σε κτ) · χαράζω νέους δρόμους · χαράζω πορεία
  • φλέγομαι
  • ανοίγω νέους ορίζοντες · ανοίγω τον δρόμο · εισάγω καινοτομίες · καινοτομώ · πρωτοπορώ (σε κτ) · χαράζω νέους δρόμους · χαράζω πορεία
  • έκρηξη · αίγλη · ανάφλεξη · κινούμαι με ταχύτητα · κόλαση · λαμποκοπώ · ολοκαύτωμα · πυρκαγιά · πυρκαϊά · πύρα · σελαγίζω · φλέγομαι · φλόγα · φωτιά
  • έκρηξη · αίγλη · ανάφλεξη · κινούμαι με ταχύτητα · κόλαση · λαμποκοπώ · ολοκαύτωμα · πυρκαγιά · πυρκαϊά · πύρα · σελαγίζω · φλέγομαι · φλόγα · φωτιά
Add

Translations of "blazing" into Greek in sentences, translation memory