Translation of "blending" into Greek

σύμμειξη, ανάμειξη, μίγμα are the top translations of "blending" into Greek.

blending noun verb grammar

Present participle of blend. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • σύμμειξη

    noun

    Flavoured vodka may be sweetened, blended, flavoured, matured or coloured.

    Η αρωματισμένη βότκα μπορεί να υφίσταται γλύκανση, σύμμειξη, αρωμάτιση, ωρίμανση ή χρωματισμό.

  • ανάμειξη

    noun

    Europe needs to opt for compulsory blending of both petrol and diesel fuels.

    Ευρώπη πρέπει να επιλέξει την υποχρεωτική ανάμειξη της βενζίνης και του ντίζελ.

  • μίγμα

  • χαρμάνι

  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "blending" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "blending" with translations into Greek

  • σφαλερίτης
  • νόθο σύνθετο
  • ανακατεύω · αναμειγνύω · αναμιγνύω · δένω · διαπλέκω (στοιχεία) · κράμα · μίγμα · μείγμα · παντρεύομαι · σμίγω · συγχωνεύομαι · συγχωνεύω · συγχώνευση · συνδυάζω · συνδυασμός · σύμμειγμα · σύνθετο εκ συναρπαγής · χαρμάνι
  • άρρηκτα συνδεδεμένος
  • αναδημιουργημένη οικογένεια
  • μείξη μετά τη μετατροπή σε pixel
  • ταιριάζω
  • αναμειγνύομαι · απορροφώμαι από · αφομοιώνομαι · δένω · ενσωματώνομαι σε · μπερδεύομαι μέσα σε · περνάω απαρατήρητος · συγχρωτίζομαι · συνδυάζομαι
Add

Translations of "blending" into Greek in sentences, translation memory