Translation of "bluntness" into Greek
αθυροστομία, αμβλύτητα are the top translations of "bluntness" into Greek.
bluntness
noun
grammar
The characteristic of being blunt. [..]
-
αθυροστομία
nounBut see, I would never shame you with such bluntness.
Αλλά βλέπεις, εγώ δεν θα σε ντρόπιαζα ποτέ με τόση αθυροστομία.
-
αμβλύτητα
Noun
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "bluntness" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "bluntness" with translations into Greek
-
αγροίκος · αδούλευτος · αδυνατίζω · ακαριαίος · αμβλύνω · αμβλύς · αμβλύστομος · απότομος · εξασθενίζω · ευθύς · κουφός · μπάφος · σακοράφα · στομωμένος · τραχύς · τσιγαριλίκι · ωμός
-
ωμή αλήθεια
-
μη διεισδυτικός τραυματισμός
-
αμβλύ αντικείμενο
-
Τζέιμς Μπλαντ
-
αγροίκος · αδούλευτος · αδυνατίζω · ακαριαίος · αμβλύνω · αμβλύς · αμβλύστομος · απότομος · εξασθενίζω · ευθύς · κουφός · μπάφος · σακοράφα · στομωμένος · τραχύς · τσιγαριλίκι · ωμός
-
αγροίκος · αδούλευτος · αδυνατίζω · ακαριαίος · αμβλύνω · αμβλύς · αμβλύστομος · απότομος · εξασθενίζω · ευθύς · κουφός · μπάφος · σακοράφα · στομωμένος · τραχύς · τσιγαριλίκι · ωμός
-
μη διεισδυτικός τραυματισμός
Add example
Add