Translation of "bother" into Greek
ενοχλώ, ενόχληση, πειράζω are the top translations of "bother" into Greek.
bother
interjection
verb
noun
grammar
(transitive) To annoy, to disturb, to irritate. [..]
-
ενοχλώ
verbto annoy, disturb
But I shouldn't have to bother my wife with that kind of triviality.
Αλλά δεν θα έπρεπε να ενοχλώ τη σύζυγό μου με τέτοιες ασημαντότητες.
-
ενόχληση
nounI hope that Madam will pardon me for bothering her.
Ελπίζω η κυρία να με συγχωρέσει για την ενόχληση.
-
πειράζω
verbWalking out in front of a gunman doesn't bother me.
Δεν με πειράζει να μπω μπροστά σ'έναν εκτελεστή.
-
Less frequent translations
- σκοτίζω
- απασχολώ
- ασχολούμαι
- αναστατώνω
- απασχολούμαι
- δαιμονίζω
- εκνευρίζω
- εξοργίζω
- κάνω τον κόπο
- μου ξινίζει
- μπαίνω στον κόπο
- σκοτίζομαι
- στενοχωρώ
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "bother" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "bother" with translations into Greek
-
αυτό σε κόφτει;
-
σκοτίζομαι για
-
άσε, καλύτερα · δεν πειράζει · μη σ' απασχολεί · μη σκας · μην μπεις στον κόπο
-
ενοχλώ
-
αυτό σ'ενοχλεί; · αυτό σε κόφτει; · αυτό σε πείραξε;
-
έχω τύψεις συνειδήσεως · με τύπτει η συνείδησή μου
-
μη δίνεις σημασία · μη σε απασχολεί · μη σε στενοχωρεί
-
όλα τού ξινίζουν
Add example
Add