Translation of "bracing" into Greek

ενίσχυση, τονωτικός are the top translations of "bracing" into Greek.

bracing adjective noun verb grammar

Present participle of brace. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • ενίσχυση

    noun

    Ma'am, try not to move until we get you collared and braced.

    Κυρία, προσπαθήστε να μην κουνηθείτε μέχρι να σας βάλουμε κολάρο και ενίσχυση.

  • τονωτικός

    adjective masculine

    A bracing reminder that I can function efficiently as a lone deductionist, should the circumstances dictate.

    Μια τονωτική υπενθύμιση πως μπορώ να βγάζω και μόνος μου συμπεράσματα αν το απαιτούν οι συνθήκες.

  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "bracing" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "bracing" with translations into Greek

  • σιδεράκια
  • τρυπάνι
  • άγκιστρο · αναζωογονώ · αφυπνίζω · δεσμός · δραστηριοποιώ · ενεργοποιώ · εξεγείρω · ζευγάρι · ζεύγος · σιδεράκια · στήριγμα · στήριγμα, ορθοστάτης, μπράτσο · στηρίζω · συνδέω · τιράντες · χαλινάρι
  • δεξί άγκιστρο
  • αυχενικό κολάρο
  • σιδεράκια · τιράντα · τιράντες · χειροπέδες
  • αντιμετωπίζω · βρίσμομαι ενόψει [+Γεν.] · δραστηριοποιούμαι για · είμαι σε ετοιμότητα για · επί ποδός για · επί ποδός πολέμου ενόψει [+Γεν.] · ετοιμάζομαι για, να · περιμένω · προετοιμάζομαι για
  • Άγκιστρο
Add

Translations of "bracing" into Greek in sentences, translation memory