Translation of "brooding" into Greek

μελαγχολικός, κατηφής, επώαση are the top translations of "brooding" into Greek.

brooding adjective noun verb grammar

Present participle of brood. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • μελαγχολικός

    masculine

    deeply or seriously thoughtful

    You've been brooding behind that flute all evening.

    Κάθεσαι μελαγχολικός με το φλάουτο όλο το βράδυ.

  • κατηφής

    m;f masculine;feminine

    deeply or seriously thoughtful [..]

    Captain, I am neither brooding nor sombre.

    Δεν είμαι oύτε μελαγχoλικός oύτε κατηφής.

  • επώαση

    noun

    To incubate eggs or cover the young for warmth. (Source: MGH)

  • εκκόλαψη

    noun

    To incubate eggs or cover the young for warmth. (Source: MGH)

  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "brooding" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Images with "brooding"

Phrases similar to "brooding" with translations into Greek

  • αγχώνομαι με · αναμοχλεύω · σκέφτομαι συνεχώς · σκοτίζομαι με · συλλογίζομαι
  • αναλογίζομαι · γένος · επώαση · κλωσσόπουλο · κλωσσώ · κουτσούβελα · νεοσσιά · νεοσσός · παιδιά · τσούρμο
  • κλώσα
  • αναλογίζομαι
  • αναλογίζομαι · γένος · επώαση · κλωσσόπουλο · κλωσσώ · κουτσούβελα · νεοσσιά · νεοσσός · παιδιά · τσούρμο
  • αναλογίζομαι · γένος · επώαση · κλωσσόπουλο · κλωσσώ · κουτσούβελα · νεοσσιά · νεοσσός · παιδιά · τσούρμο
  • αγχώνομαι με · αναμοχλεύω · σκέφτομαι συνεχώς · σκοτίζομαι με · συλλογίζομαι
  • αναλογίζομαι · γένος · επώαση · κλωσσόπουλο · κλωσσώ · κουτσούβελα · νεοσσιά · νεοσσός · παιδιά · τσούρμο
Add

Translations of "brooding" into Greek in sentences, translation memory