Translation of "bruising" into Greek

εκχύμωση is the translation of "bruising" into Greek.

bruising noun adjective verb grammar

Present participle of bruise. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • εκχύμωση

  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "bruising" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "bruising" with translations into Greek

  • · Μώλωπας · αιμάτωμα · γρατζουνιά · εκχύμωση · θλάση · θρυμματίζω · κάνω μπλε στο ξύλο · κάνω σημάδι · μελάνιασμα · μελανιά · μωλωπίζομαι · μωλωπίζω · μωλωπισμός · μώλωπας · πληγώνω · σαπίζω στο ξύλο · σημάδι από χτύπημα · σφυρηλατώ · τσακίζω · χτυπώ
  • πληγωμένος εγωισμός
  • τσαλακώνω τον εγωισμό κάποιυ
  • · Μώλωπας · αιμάτωμα · γρατζουνιά · εκχύμωση · θλάση · θρυμματίζω · κάνω μπλε στο ξύλο · κάνω σημάδι · μελάνιασμα · μελανιά · μωλωπίζομαι · μωλωπίζω · μωλωπισμός · μώλωπας · πληγώνω · σαπίζω στο ξύλο · σημάδι από χτύπημα · σφυρηλατώ · τσακίζω · χτυπώ
  • · Μώλωπας · αιμάτωμα · γρατζουνιά · εκχύμωση · θλάση · θρυμματίζω · κάνω μπλε στο ξύλο · κάνω σημάδι · μελάνιασμα · μελανιά · μωλωπίζομαι · μωλωπίζω · μωλωπισμός · μώλωπας · πληγώνω · σαπίζω στο ξύλο · σημάδι από χτύπημα · σφυρηλατώ · τσακίζω · χτυπώ
  • · Μώλωπας · αιμάτωμα · γρατζουνιά · εκχύμωση · θλάση · θρυμματίζω · κάνω μπλε στο ξύλο · κάνω σημάδι · μελάνιασμα · μελανιά · μωλωπίζομαι · μωλωπίζω · μωλωπισμός · μώλωπας · πληγώνω · σαπίζω στο ξύλο · σημάδι από χτύπημα · σφυρηλατώ · τσακίζω · χτυπώ
  • · Μώλωπας · αιμάτωμα · γρατζουνιά · εκχύμωση · θλάση · θρυμματίζω · κάνω μπλε στο ξύλο · κάνω σημάδι · μελάνιασμα · μελανιά · μωλωπίζομαι · μωλωπίζω · μωλωπισμός · μώλωπας · πληγώνω · σαπίζω στο ξύλο · σημάδι από χτύπημα · σφυρηλατώ · τσακίζω · χτυπώ
Add

Translations of "bruising" into Greek in sentences, translation memory