Translation of "bunk" into Greek

κουκέτα, κλίνη, ανοησία are the top translations of "bunk" into Greek.

bunk verb noun grammar

One of a series of berths or bed placed in tiers. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • κουκέτα

    feminine

    1) Καθένα από τα δύο ή τέσσερα συνήθως κρεβάτια σε καμπίνα καραβιού ή τρένου που είναι τοποθετημένα το ένα πάνω από το άλλο - Χρήσεις: Όσοι επιθυμούν κουκέτα, θα επιβαρυνθούν με 25 ευρώ επιπλέον. Εγώ κοιμήθηκα στην επάνω κουκέτα και η μητέρα μου στην κάτω | 2) (κατ’ επέκτ.) Τύπος κρεβατιού για δύο άτομα που αποτελείται από δύο μονά κρεβάτια, εκ των οποίων το ένα είναι τοποθετημένο πάνω από το άλλο - Χρήσεις: οικογενειακό δωμάτιο με κουκέτα για τα παιδιά [ΜΗΛΝΕΓ]

    She's a woman and that bunk was also occupied.

    Είναι μια γυναίκα και αυτή η κουκέτα ήταν επίσης κατειλημμένη.

  • κλίνη

    noun feminine

    The one you took out from the corner of your bunk and put in this pocket.

    Αυτήν που πήρες από την άκρη της κλίνης σου και έβαλες στη τσέπη.

  • ανοησία

    noun feminine

    You could have told me you were doing a bunk.

    Θα έπρεπε να μου είχε πει πως έκανες μιαν ανοησία.

  • Less frequent translations

    • καμπίνα
    • (UK) To fail to attend school without permission; to play truant. (Usually as in, 'to bunk off')
    • τρέχω
    • αερολογίες
    • ύπουλο ψέμα
  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "bunk" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Images with "bunk"

Phrases similar to "bunk" with translations into Greek

Add

Translations of "bunk" into Greek in sentences, translation memory