Translation of "burlap" into Greek

κανναβάτσο, λινάτσα are the top translations of "burlap" into Greek.

burlap noun grammar

(US) A very strong, coarse cloth, made from jute, flax, or hemp, and used to make sacks etc. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • κανναβάτσο

    noun neuter - και (σπάν.) κανναβάτσα, κανναβόπανο

    1) Είδος χοντρού υφάσματος, συνήθως από βαμβάκι, καννάβι ή λινάρι, με αραιή ύφανση, το οποίο χρησιμοποιείται για κατασκευή καμβάδων για ζωγραφική, αλλά και για κατασκευή ενδυμάτων, σάκων, ιστίων πλοίου κτλ. (ΣΥΝ κανναβόπανο) - Χρήσεις: Στην τσάντα του είχε ένα παλιό περίστροφο τυλιγμένο σε Τα ρούχα που έχουν επένδυση από κανναβάτσο είναι περισσότερο ανθεκτικά στον χρόνο και στη φθορά [ΜΗΛΝΕΓ]

  • λινάτσα

    feminine

    I'm gonna make it out of some beach towels with some burlap fringe.

    Θα το φτιάξω απο μερικές πετσέτες θαλάσσης και λίγη περιθωριακή λινάτσα.

  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "burlap" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Images with "burlap"

Add

Translations of "burlap" into Greek in sentences, translation memory