Translation of "bus" into Greek
λεωφορείο, δίαυλος, πούλμαν are the top translations of "bus" into Greek.
bus
verb
noun
grammar
(automotive) A motor vehicle for transporting large numbers of people along roads. [..]
-
λεωφορείο
noun neutervehicle [..]
Please tell me which bus to take to get to the station.
Πες μου σε παρακαλώ ποιο λεωφορείο να πάρω για να πάω στο σταθμό.
-
δίαυλος
noun masculineelectrical conductor [..]
They moved a lot of money between Britain and Norway via the bus.
Κινήθηκαν πολλά χρήματα μεταξύ της Βρετανίας και της Νορβηγίας μέσω του διαύλου.
-
πούλμαν
nounListen, get on the bus and we solve it there, right?
Ανέβα όμως στο πούλμαν και θα τα κανονίσουμε.
-
Less frequent translations
- λεωφορειακός
- Λεωφορείο
- αρτηρία
- αεροπλάνο
- σακαράκα
- σαράβαλο
- Δίαυλος υπολογιστή
- ζυγός μετασχηματιστή
- μεταφέρω με λεωφορείο
- πηγαίνω με το λεωφορείο
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "bus" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Translations with alternative spelling
Bus
-
Αρτηρία, φορέας διασύνδεσης
Images with "bus"
Phrases similar to "bus" with translations into Greek
-
Αρτηρία διεπαφής γενικής χρήσης
-
απαριθμητής διαύλου
-
Επιταχυντής τοπικής αρτηρίας
-
Διπλή-ανεξάρτητη αρτηρία
-
Επέκταση αρτηρίας VME σε εφαρμογές οργάνων
-
Μονάδα παρακολούθησης αρτηρίας
-
Πρωτόκολλο σειριακής αρτηρίας
-
Ελεγκτής τοπικής αρτηρίας
Add example
Add