Translation of "butchering" into Greek
επάγγελμα κρεοπώλη is the translation of "butchering" into Greek.
butchering
noun
verb
grammar
Present participle of butcher. [..]
-
επάγγελμα κρεοπώλη
noun
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "butchering" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "butchering" with translations into Greek
-
χασαπομάχαιρο
-
σφάζω
-
κρεοπωλείο · χασάπικο
-
μαχαίρα
-
αλλαντοπώλης · κακοποιώ · κατακρεουργώ · καταστρέφω · κρεοπώλης · μακελάρης · μακελεύω · πετσοκόβω · σκοτώνω · σφάζω · σφαγέας · σφαγεύς · σφαγιάζω · χασάπης · χασάπικο
-
τσιγκέλι
-
μαχαίρα
-
αλλαντοπώλης · κακοποιώ · κατακρεουργώ · καταστρέφω · κρεοπώλης · μακελάρης · μακελεύω · πετσοκόβω · σκοτώνω · σφάζω · σφαγέας · σφαγεύς · σφαγιάζω · χασάπης · χασάπικο
Add example
Add