Translation of "calmness" into Greek
ηρεμία, γαλήνη, ησυχία are the top translations of "calmness" into Greek.
calmness
noun
grammar
(uncountable) The state of being calm; tranquillity; silence. [..]
-
ηρεμία
noun femininethe state of being calm; tranquillity; silence
Bagging the seal's head keeps the animal calm as the scientists extract a milk sample.
Bagging κεφάλι του φώκιας διατηρεί την ηρεμία των ζώων καθώς οι επιστήμονες εξαγάγετε ένα δείγμα γάλακτος.
-
γαλήνη
noun feminineAfter a storm comes a calm.
Μετά τη μπόρα έρχεται η γαλήνη.
-
ησυχία
noun feminineLet him go to Dublin then you can use the calm to consider.
Άσε τον να πάει στο Δουβλίνο, και το σκέφτεσαι με την ησυχία σου.
-
Less frequent translations
- αταραξία
- ειρήνη
- Άπνοια
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "calmness" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "calmness" with translations into Greek
-
Ναουρού · άπνοια · ήρεμη · ήρεμος · ήσυχος · ήσυχοσ · αθόρηβος · αθόρυβος · γαλήνη · γαλήνιος · γαληνεύω · γαληνιάζω · ειρήνη · ηρεμία · ηρεμώ · ησυχάζω · ησυχία · κάλμα · καθησυχάζω · καλμάρω · καταλαγιάζω · καταπραΰνω · κατευνάζω · μπονάτσα · μπουνάτσα · νηνεμία · σιγή · σιγανός · σιωπή · σιωπηλός
-
γαλήνεμα
-
τιθάσευση τής κυκλοφορίας
-
ηρεμώ
-
μπονάτσα · μπουνάτσα
-
κρατώ την ψυχραιμία μου
-
ηρεμώ
-
ηρεμώ · ησυχάζω · καθησυχάζω · καλμάρω · καταλαγιάζω · καταπραΰνω · κατευνάζω · ξεθυμαίνω
Add example
Add