Translation of "capableness" into Greek
ικανότητα, δυναμικότητα, δυνατότητα are the top translations of "capableness" into Greek.
The state or quality of being capable. [..]
-
ικανότητα
noun femininePotential respondents are employers' or employees' bodies which are also capable of entering into collective agreements.
Οι καθών μπορεί να είναι οργανώσεις εργοδοτών ή εργαζομένων που επίσης έχουν την ικανότητα συνάψεως συλλογικών συμβάσεων.
-
δυναμικότητα
nounIn designing rolling stock, the load bearing capabilities are calculated and they are in excess of what a fully laden carriage would weigh.
Κατά τον σχεδιασμό του κινητού υλικού, η δυναμικότητα φορτίου έχει υπολογιστεί κατά τρόπο ώστε να υπερβαίνει σαφώς το βάρος πλήρως φορτωμένων βαγονιών.
-
δυνατότητα
nounThese digital video camera recorders may also have still image recording capability.
Οι εν λόγω βιντεοκάμερες μπορούν επίσης να έχουν δυνατότητα εγγραφής σταθερών εικόνων.
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "capableness" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "capableness" with translations into Greek
-
(εφαρμογή) διαχείρισης ουρών στα ταμεία
-
κατάλογος δυνατοτήτων
-
δεξιότητα · δυναμικότητα · δυνατότητα · δυνατότητες · επιδεκτικότητα · επιδεξιότητα · η ιδιότητα [+Γεν.] να υφίσταμαι · ικανότητα
-
Δυνατότητα, ικανότητα
-
Θύρα αυξημένων δυνατοτήτων
-
ικανότητα του εδάφους
-
δύναμη
-
Μοντέλο ωριμότητας ικανοτήτων, μοντέλο ωριμότητας διεργασίας