Translation of "capitalistic" into Greek
καπιταλιστικός, κεφαλαιοκρατικός are the top translations of "capitalistic" into Greek.
capitalistic
adjective
grammar
Of or pertaining to capitalism or to capitalists. [..]
-
καπιταλιστικός
adjective masculineA life of truth, justice and the American, military, capitalist way.
Μια ζωή αλήθειας, δικαιοσύνης και ο αμερικάνικος στρατιωτικός καπιταλιστικός τρόπος ζωής.
-
κεφαλαιοκρατικός
adjective
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "capitalistic" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "capitalistic" with translations into Greek
-
Επιχειρηματίας Κεφαλαιουχικών Συμμετοχών
-
Καπιταλισμός · καπιταλισμός · κεφαλαιοκρατία
-
καπιταλιστής · καπιταλιστικός · κεφαλαιοκράτης · κεφαλαιοκρατικός · κεφαλαιούχος
-
καπιταλιστής · καπιταλιστικός · κεφαλαιοκράτης · κεφαλαιοκρατικός · κεφαλαιούχος
-
καπιταλιστής · καπιταλιστικός · κεφαλαιοκράτης · κεφαλαιοκρατικός · κεφαλαιούχος
-
καπιταλιστής · καπιταλιστικός · κεφαλαιοκράτης · κεφαλαιοκρατικός · κεφαλαιούχος
Add example
Add