Translation of "catch" into Greek

πιάνω, συλλαμβάνω, κολλώ are the top translations of "catch" into Greek.

catch Verb verb noun grammar

To seize attention, interest. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • πιάνω

    verb

    A person who chases two rabbits won't catch either.

    Όποιος κυνηγά πολλούς λαγούς,δεν πιάνει ούτε έναν.

  • συλλαμβάνω

    verb

    Yet it seems they cannot catch anybody responsible for these acts.

    Φαίνεται όμως ότι όλοι αυτοί είναι ανίκανοι να συλλάβουν έστω και έναν υπεύθυνο για τις πράξεις αυτές.

  • κολλώ

    verb
  • Less frequent translations

    • σύλληψη
    • αρπάζω
    • αντιλαμβάνομαι
    • προλαβαίνω
    • αιχμαλωτίζω
    • κολλάω
    • παρασύρω
    • αρπαγή
    • σύρτης
    • μάνδαλο
    • τεφαρίκι
    • δέχομαι
    • παγίδα
    • ψαριά
    • βλέπω
    • κελεπούρι
    • φτάνω
    • πιάνομαι
    • προσελκύω
    • προφταίνω
    • τσακώνω
    • καταλαβαίνω
    • μάνταλο
    • παρακολουθώ
    • σταμπάρω
    • θηρεύω
    • μαγεύω
    • κρυφακούω
    • αδραξιά
    • μαγγώνω
    • σκαλώνω
    • συγκρατώ
    • γοητεύω
    • αναχαιτίζω
    • αποτυπώνω
    • κολλάω (ασθένεια)
    • κρυφό ελάττωμα
    • παίρνω είδηση
    • προϋπόθεση, όρος
    • το πιάνω
    • υποψήφιος παντρειάς
  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "catch" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Images with "catch"

Phrases similar to "catch" with translations into Greek

  • μισοκοιμάμαι
  • βρίσκω κπ απροετοίμαστο · καταλαμβάνω κπ εξ απροόπτου · καταλαμβάνω κπ εξαπίνης
  • εντυπωσιακός
  • βρίσκω κάτι μπροστά μου
  • σταμπάρω κτ · τραβάω την προσοχή κάποιου · χτυπάω στο μάτι
  • επικρατώ · μπαίνω στο νόημα
  • Προφταινω, (catch= a bus/,grasp sth,fishing) · αρχειοθετώ · προλαβαίνω · προφταίνω · φθάνω
  • αδιέξοδη κατάσταση · μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα
Add

Translations of "catch" into Greek in sentences, translation memory