Translation of "clamps" into Greek
εμβρυουλκός is the translation of "clamps" into Greek.
clamps
verb
noun
Plural form of clamp. [..]
-
εμβρυουλκός
masculine
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "clamps" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Images with "clamps"
Phrases similar to "clamps" with translations into Greek
-
εναπομένουσα τάση
-
βίδα σύσφιξης
-
σφιγκτήρας συγκράτησης
-
σφιγκτήρας ηλεκτροδίου
-
αγγειολαβίδα · αρπάζω · δένω · μέγγενη · μέγκενη · στερέωση · στερεώνω · συσφίγγω · συσφικτήρας · σφίγγω · σφιγκτήρας
-
στάθμη καθήλωσης
-
αναχαιτίζω · βάζω «σκούπα» σε · διώκω · εξαρθρώνω · εξουδετερώνω · καταπατώ · καταπολεμώ · καταστέλλω · πατάσσω · περιορίζω
-
Αποκατάσταση, καθήλωση
Add example
Add