Translation of "clashing" into Greek

αλληλοσυγκρουόμενος, αντιφατικός are the top translations of "clashing" into Greek.

clashing adjective noun verb grammar

Present participle of clash. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • αλληλοσυγκρουόμενος

  • αντιφατικός

    Adjective
  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "clashing" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "clashing" with translations into Greek

  • -μαχία
  • αγώνας · αντηχώ · αψιμαχία · βροντώ · διένεξη · διαμάχη · διαξιφισμός · διαφωνώ · καυγαδάκι · κλαγγάζω · κλαγγή · κρότος · προσκρούω · προστριβή · συγκρούομαι · συγκρούω · συμπλοκή · σύγκρουση · σύρραξη
  • σύγκρουση τών τιτάνων · τιτανομαχία
  • συγκρούομαι
  • διαγκωνίζομαι για
  • έρχομαι σε αντιπαράθεση με · έρχομαι σε ρήξη με
  • αγώνας · αντηχώ · αψιμαχία · βροντώ · διένεξη · διαμάχη · διαξιφισμός · διαφωνώ · καυγαδάκι · κλαγγάζω · κλαγγή · κρότος · προσκρούω · προστριβή · συγκρούομαι · συγκρούω · συμπλοκή · σύγκρουση · σύρραξη
  • αγώνας · αντηχώ · αψιμαχία · βροντώ · διένεξη · διαμάχη · διαξιφισμός · διαφωνώ · καυγαδάκι · κλαγγάζω · κλαγγή · κρότος · προσκρούω · προστριβή · συγκρούομαι · συγκρούω · συμπλοκή · σύγκρουση · σύρραξη
Add

Translations of "clashing" into Greek in sentences, translation memory