Translation of "clear" into Greek

καθαρός, καθαρίζω, σαφής are the top translations of "clear" into Greek.

clear adjective verb noun adverb grammar

Free of ambiguity or doubt. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • καθαρός

    adjective masculine

    When the coast is clear give us the signal.

    Όταν το πεδίο είναι καθαρό, κάνε μας σήμα.

  • καθαρίζω

    verb verb tr. - μτφ., προφ., (+Αιτ), βγάζω καθαρά

    3. Αποκομίζω χρηματικό κέρδος ή έχω εισόδημα - Χρήσεις: Πόσα καθάρισε το μαγαζί τώρα στις γιορτές; Κάθε μήνα καθαρίζει δυο χιλιάρικα μόνο από τα ιδιαίτερα [ΜΗΛΝΕΓ]

    You must clear the table.

    Πρέπει να καθαρίσεις το τραπέζι.

  • σαφής

    adjective

    It is clear that there is a strong desire from business for more active participation in barrier removal.

    Είναι σαφές ότι οι επιχειρήσεις επιθυμούν σε μεγάλο βαθμό να συμμετέχουν πιο ενεργά στην εξάλειψη των εμποδίων.

  • Less frequent translations

    • αίθριος
    • διαφανής
    • διαυγής
    • φανερός
    • πλήρης
    • εξηγήσει
    • αθωώνω
    • αποψιλώνω
    • προφανής
    • διευκρινίζω
    • ξεκαθαρίζω
    • εντελώς
    • κατηγορηματικός
    • ευδιάκριτος
    • διαφωτίζω
    • ξεθαμπώνω
    • ξεθολώνω
    • ξεκάθαρος
    • ελεύθερος
    • ελεύθερα
    • μακριά από
    • ρητός
    • χωρίς επαφή
    • ανοίγω
    • απομακρύνω
    • απόλυτος
    • επιτρέπω
    • απαλλάσσω
    • εξουσιοδοτώ
    • αναμφισβήτητος
    • αδειάζω
    • διάφανος
    • πραγματικός
    • ξάστερος
    • απερίφραστος
    • διασαφίζω
    • σβήνω
    • αιθριάζω
    • κερδίζω
    • τακτοποιώ
    • άθολος
    • ημιδιαφανής
    • αδιαφιλονίκητος
    • ανέφελος
    • απενοχοποιώ
    • αποκομίζω καθαρά
    • αποφέρω καθαρά
    • δίνω (την) άδεια
    • δίνω το πράσινο φως
    • καθαρά
    • ξελασπώνω
  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "clear" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Translations with alternative spelling

Clear noun grammar

(Scientology) An idea state of beingness free of unwanted influences. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • Καθαρισμός, εκκένωση, σαφής, μη κρυπτογραφημένος

Images with "clear"

Phrases similar to "clear" with translations into Greek

Add

Translations of "clear" into Greek in sentences, translation memory