Translation of "clericalism" into Greek
Κληρικαλισμός, κληρικαλισμός, κληρικοκρατία are the top translations of "clericalism" into Greek.
clericalism
noun
grammar
political or secular power invested in members of the clergy. [..]
-
Κληρικαλισμός
-
κληρικαλισμός
-
κληρικοκρατία
-
Less frequent translations
- κληρικοκρατία, κληροκρατία
- παπαδοκρατία
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "clericalism" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "clericalism" with translations into Greek
-
κολάρο κληρικού
-
αγαμία τού κλήρου
-
αβάς · αββάς · ηγούμενος · ιερατικός · κληρικός · υπαλληλικός
-
αντικληρικαλισμός · αντικληρικισμός
-
λάθος αντιγραφής
-
γραφειοκρατικός · διοικητικός · ιερατικός · κληρικός · υπαλληλικός
-
γραφειοκρατικός · διοικητικός · ιερατικός · κληρικός · υπαλληλικός
-
αβάς · αββάς · ηγούμενος · ιερατικός · κληρικός · υπαλληλικός
Add example
Add