Translation of "clutches" into Greek
σφίξιμο is the translation of "clutches" into Greek.
clutches
verb
noun
Plural form of clutch. [..]
-
σφίξιμο
noun
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "clutches" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "clutches" with translations into Greek
-
πιάνεσαι από τα μαλλιά σου
-
clutch
-
Συμπλέκτης, αμπραγιάζ
-
Συμπλέκτης · άδραγμα · άρπαγμα · αδράχνω · αιχμαλωτίζω · αμπραγιάζ · αρπάζω · γραπώνω · κλατς · κρατώ σφικτά · λαβή · με πιάνει · νεοσσιά · ντεμπραγιάζ · πιάνω · συμπλέκτης · συσφικτήρας · σφίγγω · σφίξιμο
-
ο πνιγμένος από τα μαλλιά του πιάνεται
-
Συμπλέκτης · άδραγμα · άρπαγμα · αδράχνω · αιχμαλωτίζω · αμπραγιάζ · αρπάζω · γραπώνω · κλατς · κρατώ σφικτά · λαβή · με πιάνει · νεοσσιά · ντεμπραγιάζ · πιάνω · συμπλέκτης · συσφικτήρας · σφίγγω · σφίξιμο
-
Συμπλέκτης · άδραγμα · άρπαγμα · αδράχνω · αιχμαλωτίζω · αμπραγιάζ · αρπάζω · γραπώνω · κλατς · κρατώ σφικτά · λαβή · με πιάνει · νεοσσιά · ντεμπραγιάζ · πιάνω · συμπλέκτης · συσφικτήρας · σφίγγω · σφίξιμο
-
Συμπλέκτης · άδραγμα · άρπαγμα · αδράχνω · αιχμαλωτίζω · αμπραγιάζ · αρπάζω · γραπώνω · κλατς · κρατώ σφικτά · λαβή · με πιάνει · νεοσσιά · ντεμπραγιάζ · πιάνω · συμπλέκτης · συσφικτήρας · σφίγγω · σφίξιμο
Add example
Add