Translation of "collapsible" into Greek
πτυσσόμενος, λυόμενος, αναδιπλούμενος are the top translations of "collapsible" into Greek.
collapsible
adjective
grammar
That can be collapsed. [..]
-
πτυσσόμενος
-
λυόμενος
-
αναδιπλούμενος
- μτχ. ως επίθ.Που μπορούμε να τον διπλώσουμε, να τον μαζέψουμε, ώστε να καταλαμβάνει λιγότερο χώρο (ΣΥΝ πτυσσόμενος) - Χρήσεις: αναδιπλούμενη οροφή αυτοκινήτου [ΜΗΛΝΕΓ]
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "collapsible" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "collapsible" with translations into Greek
-
πέφτω και πλακώνω
-
Βαρυτική κατάρρευση
-
καταπίπτω · καταρρέω · σωριάζομαι
-
Κατάρρευση, σύμπτυξη
-
αντίσκηνο · σκηνή
-
· αναλύω · αποσυνθέτω · διπλώνω · κατάρρευση · καταπίπτω · καταρρέω · κραχ · λιποθυμία · λύνω · πέφτω αναίσθητος · παραδίνομαι · πτώση · σκάω · σπάω · σωριάζομαι · σύμπτυξη
-
κατρακυλώ στο χάος
-
μισογκρεμισμένος
Add example
Add