Translation of "colloquially" into Greek
συνήθως, γενικά, καθομ. are the top translations of "colloquially" into Greek.
colloquially
adverb
grammar
In a colloquial manner. [..]
-
συνήθως
adverbThe colloquial name given to the fish is pilchard’.
Η συνήθης ονομασία του ψαριού αυτού είναι pilchard (σαρδέλα)».
-
γενικά
adverb -
καθομ.
stin kathomilouméni|στην καθομιλουμένη
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "colloquially" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "colloquially" with translations into Greek
-
έκφραση της καθομιλουμένης · καθομιλουμένη · κοινολεξία
-
διάλογος · ομιλία · συνομιλία
-
δημώδης · καθομ. · καθομιλουμένη · καθομιλούμενος · κοινολεκτικός · στην καθομιλουμένη
-
διάλογος · ομιλία · συνομιλία
-
δημώδης · καθομ. · καθομιλουμένη · καθομιλούμενος · κοινολεκτικός · στην καθομιλουμένη
Add example
Add