Translation of "communicate" into Greek
επικοινωνώ, μεταδίδω, ανακοινώνω are the top translations of "communicate" into Greek.
(transitive, now formal) To impart or transmit (to another); to give a share of. [..]
-
επικοινωνώ
verbΒρίσκομαι σε προφορική επαφή, ανταλλάσσω πληροφορίες ή ιδέες. [..]
The capability of the imaging product to communicate with a cordless handset.
Ικανότητα του προϊόντος απεικόνισης να επικοινωνεί με ασύρματη χειροσυσκευή.
-
μεταδίδω
verbHe communicated so much to me that, at first, it was just a jumble of images.
Μου μετέδωσε τόσα πολλά που, αρχικά, ήταν ένα συνονθύλευμα.
-
ανακοινώνω
verbThey may not be used for fiscal or other purposes and may not be communicated to third parties.
Δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν για φορολογικούς ή άλλους σκοπούς ούτε να ανακοινωθούν σε τρίτους.
-
Less frequent translations
- μεταβιβάζω
- συνεννοούμαι
- ενημερώνω
- μεταφέρω
- εκφράζω
- κοινοποιώ
- πληροφορώ
- γνωστοποιώ
- διακοινώνω
- κάνω γνωστό
- κοινωνώ
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "communicate" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "communicate" with translations into Greek
-
Έξυπνες επικοινωνίες στα ITS
-
Επικοινωνίες επόμενης γενιάς
-
Επικοινωνία, πλοήγηση και επιτήρηση
-
κύκλος τών διανοουμένων
-
επικοινωνία μικρής εμβέλειας
-
Ναυτικές επικοινωνίες
-
τοπική κοινότητα
-
καθεστώς της κοινοτικής χρηματοδότησης