Translation of "compensate" into Greek
αποζημιώνω, αντισταθμίζω, αποκαθιστώ are the top translations of "compensate" into Greek.
To pay someone in exchange for work done or some other consideration. [..]
-
αποζημιώνω
verbHow we then compensate those workers is Chinese business.
Το πώς αποζημιώνω, λοιπόν, αυτούς τους εργάτες, είναι δική μου δουλειά.
-
αντισταθμίζω
verbσε πυξίδα
When market prices are low, the aid increases to compensate and vice versa.
Όταν οι τιμές της αγοράς είναι χαμηλές, η ενίσχυση αυξάνεται προκειμένου αυτές να αντισταθμίζονται και αντίστροφα.
-
αποκαθιστώ
verbLastly, it asks that the Commission be ordered to compensate for the loss suffered.
Τέλος, η προσφεύγουσα ζητεί να υποχρεωθεί η Επιτροπή να αποκαταστήσει τη ζημία την οποία υπέστη.
-
Less frequent translations
- αποζημιωνω, αντισταθμιζω
- ισοφαρίζω
- αμείβω
- επανορθώνω
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "compensate" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "compensate" with translations into Greek
-
δικαίωμα αποζημίωσης (επανόρθωσης)
-
αντιστάθμιση προπορείας - υστέρησης
-
αντιστάθμιση έκθεσης
-
Παθητικός αντισταθμιστής χρωματικής διασποράς
-
Ελεγχόμενος / αντισταθμισμένος με φουρνάκι κρυσταλλικός ταλαντωτής
-
αντισταθμίζω · αποζημιώνω · επανορθώνω
-
αντιστάθμιση προπορείας
-
Θερμοκρασιακά αντισταθμισμένος κρυσταλλικός ταλαντωτής