Translation of "compile" into Greek
συντάσσω, μεταγλωττίζω, καταρτίζω are the top translations of "compile" into Greek.
compile
verb
noun
grammar
(transitive) To put together; to assemble; to make by gathering things from various sources. [..]
-
συντάσσω
verbExamination of this information shows that Romania has compiled the inventory.
Από την εξέταση των πληροφοριών αυτών διαπιστώνεται ότι η Ρουμανία συνέταξε τον κατάλογο απογραφής.
-
μεταγλωττίζω
verbμεταγλωττίζω πηγαίο κώδικα σε εκτελέσιμο αρχείο
-
καταρτίζω
verbEntity for which information is sought and for which statistics are ultimately compiled.
Η οντότητα για την οποία ζητούνται οι πληροφορίες και για την οποία τελικά καταρτίζονται οι στατιστικές.
-
Less frequent translations
- συγκεντρώνω
- συλλέγω
- μεταγλώττιση
- συντάσσομαι
- επιτυγχάνω
- συμπιλώ
- συναθροίζω
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "compile" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Translations with alternative spelling
Compile
-
Μεταγλωττίζω
Phrases similar to "compile" with translations into Greek
-
επιλογή προγράμματος μεταγλώττισης
-
καταρτίζω · συντάσσω
-
χρόνος μεταγλώττισης
-
πρόγραμμα μεταγλώττισης
-
μεταγλώττιση
-
προειδοποίηση προγράμματος μεταγλώττισης
-
μεταγλωττιστής βελτιστοποίησης
-
Πρόγραμμα μεταγλώττισης εφέ
Add example
Add