Translation of "conceiver" into Greek
επινοητής is the translation of "conceiver" into Greek.
conceiver
noun
grammar
One who, or that which, conceives. [..]
-
επινοητής
noun
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "conceiver" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "conceiver" with translations into Greek
-
γέννημα βιασμού · παιδί βιασμού
-
γέννημα [+Γεν.] · που συλλήφθηκε σε
-
συλλαμβάνω
-
δυνητικά · ενδεχομένως · θεωρητικά · πιθανόν
-
· αντιληπτός · επιτεύξιμος · εφικτός · νοητός · νοητός, λογικά πιθανός · πιθανός · πραγματοποιήσιμος · πραγματώσιμος · υλοποιήσιμος
-
φαντάζομαι
-
"λέμε τώρα'
-
αντιλαμβάνομαι · διανοούμαι · εννοώ · θεωρώ · καταλαβαίνω · καταλαμβάνω · κατανοώ · μένω έγκυος · πιστεύω · συλλαμβάνω · φαντάζομαι
Add example
Add