Translation of "confusing" into Greek

συγκεχυμένος, ανάμεικτος, ασαφής are the top translations of "confusing" into Greek.

confusing adjective verb grammar

difficult to understand; not clear as lacking order, chaotic etc [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • συγκεχυμένος

    The employment policies must be coordinated with the monetary policies. They are not to be confused with them.

    Οι πολιτικές σχετικά με την απασχόληση πρέπει να συντονιστούν με τις νομισματικές και να μη συγχέονται με αυτές.

  • ανάμεικτος

    Adjective
  • ασαφής

    Adjective

    63 It must be stated at the outset, that the actual wording of those provisions is particularly confused.

    63 Πράγματι, επιβάλλεται κατ’ αρχάς η διαπίστωση ότι η διατύπωση των διατάξεων αυτών είναι ιδιαίτερα ασαφής.

  • Less frequent translations

    • αόριστος
    • δυσνόητος
    • ερμαφρόδιτος
    • λαβυρινθώδης
    • μπερδεμένος
    • παροδηγητικός
    • περίπλοκος
    • προβληματικός
    • προκαλεί σύγχυση
    • στρυφνός
    • χαοτικός
  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "confusing" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "confusing" with translations into Greek

  • σήμα σύγχυσης
  • αναστάτωση · αταξία
  • βλέπω, είπε ο τυφλός
  • για την αποφυγή σύγχυσης με · δεν πρέπει να συγχέεται με το · κατά προφύλαξη από
  • χάνω το δρόμο μου
  • αμηχανία · ανακάτωμα · ανακατωσούρα · αναστάτωση · αταξία · ζάλη · θόλωμα · μπέρδεμα · πανδαιμόνιο · παραζάλη · σάστισμα · σύγχιση · σύγχυση
  • ανακατεύω · θολώνω · μπερδεύω · μπουρδουκλώνω · οδηγώ σε σύγχυση · προβληματίζω · προκαλώ αμηχανία · προκαλώ σύγχυση · σαστίζω · συγχέω · συγχίζω · συγχύζω · συσκοτίζω · ψαρώνω
  • Σύγχυση, μπέρδεμα
Add

Translations of "confusing" into Greek in sentences, translation memory