Translation of "considered" into Greek
αυτός που σκέφτεται τους άλλους, θεωρούμενος are the top translations of "considered" into Greek.
considered
adjective
verb
Simple past tense and past participle of consider. [..]
-
αυτός που σκέφτεται τους άλλους
-
θεωρούμενος
It contends that it considered it to be of no use for the formulation of the tenders.
Υποστηρίζει ότι τον θεώρησε περιττό για την υποβολή των προσφορών.
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "considered" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "considered" with translations into Greek
-
σε τελευταία ανάλυση · στο κάτω κάτω (της γραφής)
-
· αναλογίζομαι · αξιολογώ · διατείνομαι · διερευνώ τη δυνατότητα · εξετάζω · εξετάζω το ενδεχόμενο · ετοιμάζω · ζυγίζω · θαρρώ · θεωρήσει · θεωρώ · κρίνω · λαμβάνω υπ’ όψιν · μελετώ · νοώ · πιστεύω · σκέπτομαι · σκέφτομαι · σταθμίζω · υπολαμβάνω · υπολογίζω · φρονώ · ψιλοσκέπτομαι
-
αν λάβουμε υπόψη · αναλογιζόμενος · αναλόγως · δεδομένος · δεδομένου ότι · κρίνοντας από · λαβαίνοντας υπόψη · σκεπτόμενος
-
εξετάζω σοβαρά το ενδεχόμενο · σκέφτομαι σοβαρά
-
αναλογίζομαι · θεωρώ · λαμβάνω υπόψη · υπολογίζω
-
δηλώνω
-
αφήνω εκτός πεδίου
-
· αναλογίζομαι · αξιολογώ · διατείνομαι · διερευνώ τη δυνατότητα · εξετάζω · εξετάζω το ενδεχόμενο · ετοιμάζω · ζυγίζω · θαρρώ · θεωρήσει · θεωρώ · κρίνω · λαμβάνω υπ’ όψιν · μελετώ · νοώ · πιστεύω · σκέπτομαι · σκέφτομαι · σταθμίζω · υπολαμβάνω · υπολογίζω · φρονώ · ψιλοσκέπτομαι
Add example
Add