Translation of "contemplative" into Greek
σκεπτικός, στοχαστικός are the top translations of "contemplative" into Greek.
contemplative
adjective
noun
grammar
Pertaining to one who contemplates or is introspective and thoughtful. [..]
-
σκεπτικός
adjectiveIf, um, somebody was really depressed and contemplating suicide...
Αν, ήταν καποιος στ'αλήθεια μελαγχολικός και σκεπτικά αυτοκτονικός...
-
στοχαστικός
adjective masculineBut to me, none of the anagignoskomena are more contemplative than the book of Tobit.
Αλλά για εμένα, κανένα από τα αναγιγνωσκόμενα δεν είναι πιο στοχαστικά από το βιβλίο του Τωβίτ.
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "contemplative" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "contemplative" with translations into Greek
-
διαλογισμός · ενατένιση · θεωρία · περισυλλογή · πρόβλεψη · πρόθεση · σκέψη · σκεπτικό · στοχασμός · συλλογιστική
-
συλλογίζομαι
-
αναλογίζομαι · αναμένω · αναπολώ · ατενίζω · διαλογίζομαι · θεωρώ · μελετώ · παρατηρώ · περιμένω · προβλέπω · σκέπτομαι · σκέφτομαι · στοχάζομαι · συλλογίζομαι · σχεδιάζω
-
αναλογίζομαι · αναμένω · αναπολώ · ατενίζω · διαλογίζομαι · θεωρώ · μελετώ · παρατηρώ · περιμένω · προβλέπω · σκέπτομαι · σκέφτομαι · στοχάζομαι · συλλογίζομαι · σχεδιάζω
Add example
Add