Translation of "contender" into Greek
αντίπαλος, ανταγωνιστής, αγωνιζόμενος are the top translations of "contender" into Greek.
contender
noun
grammar
Someone who competes with one or more other people [..]
-
αντίπαλος
noun m;f masculine;femininesomeone who competes [..]
Rumour has it that the young Mr Kennedy is a contender for the Vice Presidential Democratic nomination.
Φήμες λένε ότι ο νεαρός Κέννεντυ θα είναι ο αντίπαλος, για την αντιπροεδρία ο υποψήφιος των Δημοκρατικών.
-
ανταγωνιστής
noun masculineBut if a guy is a serious contender...
Αν όμως ο τύπος είναι σοβαρός ανταγωνιστής...
-
αγωνιζόμενος
masculinesomeone who competes
-
Less frequent translations
- υποψήφιος
- ανθυποψήφιος
- δελφίνος
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "contender" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "contender" with translations into Greek
-
· αγωνίζομαι · ανταγωνίζομαι · ανταπεξέρχομαι · αντεπεξέρχομαι · αντιμάχομαι · διαπληκτίζομαι · διατείνομαι · διεκδικώ · ισχυρίζομαι · καυγαδίζω · λογομαχώ · λογοφέρνω · μάχομαι · πολεμώ · τα βγάζω πέρα · τα βολεύω · τα καταφέρνω · υποστηρίζω · φιλονικώ
-
αγωνίζομαι · αντιμετωπίζω
-
αντιμάχομαι
-
υποψήφιος για την προεδρία
-
διεκδικώ
-
· αγωνίζομαι · ανταγωνίζομαι · ανταπεξέρχομαι · αντεπεξέρχομαι · αντιμάχομαι · διαπληκτίζομαι · διατείνομαι · διεκδικώ · ισχυρίζομαι · καυγαδίζω · λογομαχώ · λογοφέρνω · μάχομαι · πολεμώ · τα βγάζω πέρα · τα βολεύω · τα καταφέρνω · υποστηρίζω · φιλονικώ
-
· αγωνίζομαι · ανταγωνίζομαι · ανταπεξέρχομαι · αντεπεξέρχομαι · αντιμάχομαι · διαπληκτίζομαι · διατείνομαι · διεκδικώ · ισχυρίζομαι · καυγαδίζω · λογομαχώ · λογοφέρνω · μάχομαι · πολεμώ · τα βγάζω πέρα · τα βολεύω · τα καταφέρνω · υποστηρίζω · φιλονικώ
Add example
Add