Translation of "conventional" into Greek
συμβατικός, συνηθισμένος, παραδοσιακός are the top translations of "conventional" into Greek.
conventional
adjective
noun
grammar
Pertaining to a convention, as in following generally accepted principles, methods and behaviour. [..]
-
συμβατικός
adjective masculineIn charge of the development of programmes concerning conventional arms and missiles, including ballistic missiles.
Αρμόδιος για την ανάπτυξη των προγραμμάτων σχετικά με τα συμβατικά όπλα και πυραύλους, περιλαμβανομένων των βαλλιστικών πυραύλων.
-
συνηθισμένος
adjectiveReuben, you are a nice, safe, conventional guy.
Ρούμπεν, είσαι ένας καλός, ασφαλής, συνηθισμένος τύπος.
-
παραδοσιακός
adjectiveI didn't know you were so conventional!
Δεν ήξερα πως είσαι τόσο παραδοσιακός!
-
Less frequent translations
- τυπικός
- κανονικός
- εθιμικός
- επικρατών
- καθιερωμένος
- κρατών, -ούσα, -ούν
- συνηθισμένος, συμβατικός
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "conventional" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "conventional" with translations into Greek
-
Συμβατική τηλεόραση
-
συμβατικός πόλεμος
-
Σύμβαση Ραμσάρ
-
Ευρωπαϊκή Σύμβαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων · Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου
-
TV συμβατικής ευκρίνειας
-
Σύμβαση-πλαίσιο του ΟΗΕ για τις κλιματικές μεταβολές
-
έθιμο · συμβατικότητα · συνάθροιση · συνέδριο · συνέλευση · συνήθεια · συνδιάσκεψη · συνεδρίαση · συνθήκη · σύμβαση · χρήση
-
διμερής σύμβαση
Add example
Add