Translation of "courageously" into Greek
ανδρειωμένα is the translation of "courageously" into Greek.
courageously
adverb
grammar
In a courageous manner; bravely; boldly. [..]
-
ανδρειωμένα
adverb
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "courageously" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "courageously" with translations into Greek
-
άφοβος · ανδρείος · ανδρειωμένος · γενναίος · εύτολμος · θαρραλέος
-
ίσχυε και ανδρίζου
-
έχω το θάρρος της γνώμης μου, των πεποιθήσεών μου
-
Βραβείο Θάρρους
-
Κουράγιο · αγάντα · ανδρεία · γενναιότητα · θάρρος · κουράγιο · σθένος · τόλμη
-
γενναιότητα · θάρρος · κουράγιο · σθένος · ψυχή
-
Κουράγιο · αγάντα · ανδρεία · γενναιότητα · θάρρος · κουράγιο · σθένος · τόλμη
-
Κουράγιο · αγάντα · ανδρεία · γενναιότητα · θάρρος · κουράγιο · σθένος · τόλμη
Add example
Add