Translation of "crumbling" into Greek
διαλυμένος, ετοιμόρροπο, θρυμματισμός are the top translations of "crumbling" into Greek.
crumbling
noun
verb
grammar
Present participle of crumble. [..]
-
διαλυμένος
-
ετοιμόρροπο
Set up in a crumbling building covered in graffiti, and no one takes much notice.
Αν εγκατασταθείς σε ένα ετοιμόρροπο κτίριο καλυμμένο με γκράφιτι κανείς δε θα σε προσέξει.
-
θρυμματισμός
noun -
ξεχαρβαλωμένος
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "crumbling" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "crumbling" with translations into Greek
-
διαλύομαι · καταρρέω
-
έτσι είν' η ζωή
-
ετοιμόρροπος · εύθρυπτος
-
αναλύω · αποσαθρώνω · αποσυνθέτω · αποσυντίθεμαι · γίνομαι συντρίμμια · γκρεμίζομαι · διαλύομαι · θρυμματίζομαι · θρυμματίζω · καταρρέω
-
αναλύω · αποσαθρώνω · αποσυνθέτω · αποσυντίθεμαι · γίνομαι συντρίμμια · γκρεμίζομαι · διαλύομαι · θρυμματίζομαι · θρυμματίζω · καταρρέω
-
διαλύομαι · καταρρέω
Add example
Add