Translation of "curbing" into Greek

αναχαίτιση, περιορισμός are the top translations of "curbing" into Greek.

curbing noun verb grammar

Present participle of curb. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • αναχαίτιση

    noun

    Some measures have been implemented to curb credit growth but with limited impact.

    Έχουν εφαρμοστεί ορισμένα μέτρα για την αναχαίτιση της πιστωτικής επέκτασης των οποίων ο αντίκτυπος, όμως, είναι περιορισμένος.

  • περιορισμός

    noun

    The curbing of the freedom of enterprise should not go further than strictly necessary.

    Ο περιορισμός της ελευθερίας των επιχειρήσεων δεν θα πρέπει να είναι μεγαλύτερος από ό,τι χρειάζεται.

  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "curbing" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "curbing" with translations into Greek

  • · βάζω φραγμό, -ούς · ελέγχω · καταστέλλω · κράσπεδο · κράσπεδο πεζοδρόμιο · πεζοδρόμιο · περιορίζω · περιορισμός · συγκρατώ · τιθασεύω · χαλινάρι · χαλιναγωγώ · χαλιναγώγηση · χαλινός
  • χαλινάρι
  • Ίνα μέχρι τον ακραίο διακλαδωτή
  • Ίνα μέχρι τον ακραίο διακλαδωτή
  • · βάζω φραγμό, -ούς · ελέγχω · καταστέλλω · κράσπεδο · κράσπεδο πεζοδρόμιο · πεζοδρόμιο · περιορίζω · περιορισμός · συγκρατώ · τιθασεύω · χαλινάρι · χαλιναγωγώ · χαλιναγώγηση · χαλινός
Add

Translations of "curbing" into Greek in sentences, translation memory