Translation of "curl" into Greek

μπούκλα, βόστρυχος, κατσαρώνω are the top translations of "curl" into Greek.

curl verb noun grammar

A piece or lock of curling hair; a ringlet. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • μπούκλα

    noun feminine

    Hanon, I want you to run a bear trap curl and try to catch the ball.

    Hanon, θέλω να εκτελέσετε μια μπούκλα παγίδα αρκούδα Και να προσπαθήσει να πιάσει την μπάλα.

  • βόστρυχος

    noun
  • κατσαρώνω

    verb

    I can't stand being disturbed when I'm curling my beard.

    Δε θέω να με ενοχλούν όταν κατσαρώνω τα γένια μου.

  • Less frequent translations

    • μπουκλα,σπειρα. Τυλιγω-γυριζω
    • σγουραίνω
    • τούφα
    • τυλίγω
    • παίρνω ελικοειδή μορφή
  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "curl" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Translations with alternative spelling

Curl noun

Curl (programming language) [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • Σπείρα, περιστροφή, περιελίσσω

Phrases similar to "curl" with translations into Greek

  • κουβαριάζομαι
  • σίδερο για μπούκλες
  • Κέρλινγκ · κέρλινγκ · συστροφή, κατσάρωμα
  • ζαρώνω · καμπυλώνω · κατσαρώνω · κουβαριάζομαι · κουλουριάζομαι · κουρνιάζω · μαζεύω, -ομαι · παίρνω ελικοειδή μορφή · σγουραίνω · στρίβω · στρογγυλοκάθομαι · την αράζω · τυλίγομαι · χουχουλιάζω, -ομαι
  • μασιά · σίδερο για μπούκλες
  • ζαρώνω · καμπυλώνω · κατσαρώνω · κουβαριάζομαι · κουλουριάζομαι · κουρνιάζω · μαζεύω, -ομαι · παίρνω ελικοειδή μορφή · σγουραίνω · στρίβω · στρογγυλοκάθομαι · την αράζω · τυλίγομαι · χουχουλιάζω, -ομαι
  • Κέρλινγκ · κέρλινγκ · συστροφή, κατσάρωμα
  • ζαρώνω · καμπυλώνω · κατσαρώνω · κουβαριάζομαι · κουλουριάζομαι · κουρνιάζω · μαζεύω, -ομαι · παίρνω ελικοειδή μορφή · σγουραίνω · στρίβω · στρογγυλοκάθομαι · την αράζω · τυλίγομαι · χουχουλιάζω, -ομαι
Add

Translations of "curl" into Greek in sentences, translation memory