Translation of "daily" into Greek
καθημερινός, καθημερινά, εφημερίδα are the top translations of "daily" into Greek.
daily
adjective
noun
adverb
grammar
quotidian, that occurs every day, or at least every weekday/ working day [..]
-
καθημερινός
adjective masculineMost people write about their daily life.
Οι περισσότεροι άνθρωποι γράφουν για την καθημερινή τους ζωή.
-
καθημερινά
adverbMost people write about their daily life.
Οι περισσότεροι άνθρωποι γράφουν για την καθημερινή τους ζωή.
-
εφημερίδα
noun feminineEverybody reads the paper since you made it a daily.
Όλοι διαβάζουν την εφημερίδα από τότε που έγινε ημερήσια.
-
Less frequent translations
- ημερήσιος
- ημέρας
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "daily" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Images with "daily"
Phrases similar to "daily" with translations into Greek
-
καθημερινές ασκήσεις · πρωινή γυμναστική · σουηδική γυμναστική
-
καθημερινά καθήκοντα · καθημερινές ασχολίες · ρουτίνα
-
Καθημερινό ηλεκτρονικό προσφορών
-
Λίστα εργασιών ημέρας
-
βγάζω, κερδίζω το ψωμί μου · εξασφαλίζω τον επιούσιο · κερδίζω τον επιούσιο
-
οι καθημερινές ασχολίες · τα καθημερινά καθήκοντα
-
επιούσιος
-
καθημερινή ζωή · καθημερινότητα
Add example
Add