Translation of "dashed" into Greek
διακεκομμένος is the translation of "dashed" into Greek.
dashed
adjective
verb
grammar
Past participle of dash [..]
-
διακεκομμένος
adjective masculineOn the vertical axis we have the immune response generated, and that dashed line indicates the protection threshold.
Στον κάθετο έχουμε την παραγόμενη ανοσοαπόκριση και αυτή η διακεκομμένη γραμμή δείχνει το κατώτατο όριο προστασίας.
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "dashed" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "dashed" with translations into Greek
-
Διπλή παύλα · έφοδος · αγώνας δρόμου · αποθαρρύνω · αποκαρδιώνω · βιασύνη · εκσφενδονίζω · εξόρμηση · μακρόν · μεγάλη παύλα · ορμή · ορμώ · παύλα · πιλαλώ · πρέζα · πτοώ · ρίπτω · σπεύδω · σπριντ · στάλα · συντρίβω · ταμπλό · τινάζομαι · τσακίζω
-
τρέχω
-
διακεκομμένη γραμμή
-
ενωτικό · παύλα
-
Παύλα
-
γοητευτικός · δραστήριος · ζωηρός · κομψός · ορμητικός · τολμηρός
-
κυματιστή γραμμή
-
σε ένα απονενοημένο διάβημα
Add example
Add